Μείωση του κόστους παραγωγής και συνεταιρισμοί: συλλογική απάντηση και ουσιαστικά κίνητρα
Η μείωση του κόστους παραγωγής αποτελεί διαχρονικά βασικό και αδιαπραγμάτευτο αίτημα του αγροτικού κόσμου. Είναι το αίτημα που συμπυκνώνει την αγωνία για επιβίωση, για παραμονή στην παραγωγή και για αξιοπρεπές εισόδημα. Τα τελευταία χρόνια, όμως, γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο ότι η επίσημη πολιτεία είτε δεν θέλει είτε δεν μπορεί να δώσει ουσιαστικές και μόνιμες λύσεις, περιοριζόμενη σε αποσπασματικά μέτρα και προσωρινές ενισχύσεις που δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στη ρίζα του.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, ο αγροτικός κόσμος δεν μπορεί να παραμένει παθητικός, περιμένοντας λύσεις «από τα πάνω». Η συλλογική οργάνωση και η ενίσχυση των συνεταιριστικών σχημάτων αναδεικνύονται σήμερα ως αναγκαία και ρεαλιστική απάντηση. Οι συνεταιρισμοί δεν αποτελούν θεωρητική επιλογή, αλλά πρακτικό εργαλείο για τη μείωση του κόστους παραγωγής και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των παραγωγών.
Μέσα από τα συνεταιριστικά σχήματα μπορεί να επιτευχθεί κοινή προμήθεια αγροεφοδίων, καυσίμων και εξοπλισμού, να μειωθούν τα λειτουργικά έξοδα μέσω κοινής χρήσης υποδομών και μηχανημάτων και να αξιοποιηθεί καλύτερα η τεχνογνωσία. Παράλληλα, η συλλογική τυποποίηση και εμπορία των προϊόντων δίνει τη δυνατότητα διεκδίκησης καλύτερων τιμών και περιορισμού της εξάρτησης από τους μεσάζοντες και τα ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα.
Ωστόσο, η ανάπτυξη ισχυρών και μαζικών συνεταιρισμών δεν μπορεί να επαφίεται αποκλειστικά στις αντοχές και στο φιλότιμο των αγροτών. Κεντρικό αίτημα προς την πολιτεία πρέπει να είναι η παροχή ουσιαστικών και στοχευμένων κινήτρων για τη συμμετοχή στα συνεταιριστικά σχήματα. Και εδώ αποκαλύπτεται ένα βασικό πολιτικό πρόβλημα. Ενώ κατά καιρούς έχουν θεσπιστεί κίνητρα, ο τρόπος εφαρμογής τους ακυρώνει στην πράξη τον σκοπό τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μείωση του φόρου εισοδήματος για όσους διακινούν την παραγωγή τους μέσω συνεταιριστικών σχημάτων. Ένα μέτρο που παρουσιάστηκε ως ενίσχυση της συλλογικής οργάνωσης, αλλά στην πράξη αποδυναμώνεται, καθώς το ίδιο ακριβώς φορολογικό κίνητρο παρέχεται και σε παραγωγούς που επιλέγουν τη συμβολαιακή γεωργία με μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, όπως τα εκκοκκιστήρια. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτεία εξισώνει τη συλλογική συνεταιριστική δράση με την ατομική συμβατική σχέση του αγρότη απέναντι σε ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους.
Η εξίσωση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Αντί να ενισχύεται η συλλογική διαπραγματευτική δύναμη των παραγωγών και ο έλεγχος της παραγωγής από τους ίδιους, ενισχύεται η εξάρτηση από ιδιωτικές εταιρείες και συγκεντρωτικά σχήματα της αγοράς. Έτσι, τα υποτιθέμενα κίνητρα για τους συνεταιρισμούς χάνουν τον χαρακτήρα τους και δεν παράγουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της αντιφατικής πολιτικής της πολιτείας είναι το θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει τη δημιουργία «ομάδων παραγωγών» ακόμη και από μόλις πέντε άτομα. Αντί να ενθαρρύνεται η συγκρότηση ισχυρών, πολυπληθών συνεταιριστικών σχημάτων με πραγματική δύναμη και διαπραγματευτική ισχύ, προωθείται ο κατακερματισμός της συλλογικής δράσης σε μικρά και αδύναμα σχήματα, χωρίς κρίσιμη μάζα και ουσιαστικό αποτύπωμα στην αγορά.
Μικρές ομάδες λίγων ατόμων μπορεί να καλύπτουν τυπικές προϋποθέσεις συμμετοχής σε προγράμματα, δεν μπορούν όμως να λειτουργήσουν ως αντίβαρο απέναντι σε εμπόρους, βιομηχανίες και μεγάλους αγοραστές. Έτσι, η διαπραγματευτική ισχύς των παραγωγών δεν ενισχύεται, αλλά διασπάται και αποδυναμώνεται.
Αν η πολιτεία επιθυμεί πραγματικά την ενίσχυση των συνεταιριστικών σχημάτων, οφείλει να προχωρήσει σε διακριτά, αποκλειστικά και ουσιαστικά ευνοϊκότερα κίνητρα για όσους επιλέγουν τη συλλογική οργάνωση. Φορολογικά και ασφαλιστικά πλεονεκτήματα που να μην εξισώνονται με ιδιωτικές μορφές οργάνωσης, προτεραιότητα σε χρηματοδοτικά και αναπτυξιακά προγράμματα, μειωμένο κόστος ενέργειας και θεσμικό πλαίσιο που να ευνοεί τη μαζικότητα, τη συγχώνευση και τη δημιουργία ισχυρών συνεταιρισμών.
Οι αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για τη σημερινή αδράνεια. Το ζητούμενο είναι σύγχρονα, δημοκρατικά και διαφανή συνεταιριστικά σχήματα, με έλεγχο από τα μέλη τους και πραγματικό προσανατολισμό στην εξυπηρέτηση των αναγκών των παραγωγών.
Σήμερα, που το κόστος παραγωγής απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων, η συλλογική οργάνωση δεν είναι επιλογή πολυτελείας, αλλά όρος επιβίωσης. Και η παροχή ουσιαστικών, ξεκάθαρων και αποκλειστικών κινήτρων για τη συμμετοχή στα συνεταιριστικά σχήματα οφείλει να αποτελέσει βασικό, ενιαίο και μαχητικό αίτημα του αγροτικού κινήματος.
Αγροτικός Συνεταιρισμός Ερυθρών